Menu

Ακούστε μας από το κινητό σας

mobile logosAmobile logosB

ΚΑΘΕ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ (8)

TO ΤΡΑΜ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ

Στα τέλη της δεκαετίας του 40 η φράση «να προλάβουμε το τελευταίο τραμ» είχε κομβική σημασία γιατί αν δεν γινόταν πραγματικότητα είχε ατέλειωτο, και συχνά και επικίνδυνο, ποδαρόδρομο. 

Αυτό το γνώριζαν πολύ καλά και ο Αλέκος Σακελλάριος με το Χρήστο Γιαννακόπουλο που υπέγραφαν κείμενα για επιθεωρήσεις που μαγνήτιζαν τον κόσμο αλλά και ο χαρισματικός μαέστρος Μιχάλης Σουγιούλ.
Ο Σακελλάριος που έμενε στην οδό Καρόλου, έπρεπε να πάρει ταξί ή τραμ για να πάει στο σπίτι του συνεργάτη Γιαννακόπουλου, στη Σόλωνος και να πιάσουν τα μολύβια τους, να ανταλλάξουν ιδέες και να γράψουν ιστορίες και ιστορία….
Όμως τα πειρατικά ταξί εκείνη την εποχή και ειδικά τις νυχτειρνές ώρες ήταν και δυσεύρετα και ακριβά. Το τραμ των 12, το τελευταίο, ήταν η μόνη επιλογή. Η παράσταση «Άνθρωποι, Άνθρωποι» ξεχώρισε για το περίφημο νούμερό της όπου δύο φτωχά ζευγαράκια, ο Νίκος Ρίζος με τη Σπεράντζα Βρανά και ο Φιλιππόπουλος με την Άννα Φυλλίδου, βγαίνοντας μεθυσμένοι από ταβερνάκι, σταματούσαν το που οδηγούσε ο Μίμης Φωτόπουλος… Κάπως έτσι θεσμοθετήθηκε το αρχοντορεμπέτικο.

Read more...

Τζακ Ο’ Χάρα -του Γιώργου Ζαμπέτα

Το τραγούδι του Ζαμπέτα για τον Τζακ Ο’ Χάρα. Η αληθινή ιστορία του άστεγου που πέθανε στη Νέα Υόρκη και τον άφησαν στο χιόνι επειδή δεν υπήρχαν λεφτά για την κηδεία...

Ο «Τζακ Ο’ Χάρα», παρά τους θλιβερούς στίχους, θεωρείται ένα από τα ωραιότερα και πιο γνωστά τραγούδια του Γιώργου Ζαμπέτα, σε στίχους του δημοσιογράφου Θεοδόση Άθα.
Η γνωριμία Ο Ζαμπέτας γνωρίστηκε με τον Άθα το 1971, όταν βρέθηκε στην Αμερική.
Ο Άθας, είχε τότε στη Νέα Υόρκη έναν ελληνικό ραδιοφωνικό σταθμό μεγάλης ακροαματικότητας και κάλεσε τον μουσικό για να του πάρει συνέντευξη....

Μετά τη λήξη της εκπομπής, ο Άθας έκανε λόγο για κάποιους στίχους που είχε γράψει. «Δες τους κι αν σου αρέσουν, κάν’ τους τραγούδια», είχε πει στον Ζαμπέτα.
Ο συνθέτης δεν έφερε αντίρρηση. Την επομένη, ο Άθας τον επισκέφτηκε στο ξενοδοχείο όπου διέμενε και του έδωσε τους στίχους για να τους διαβάσει.
Ανάμεσα τους ήταν «Ο Τζακ Ο’ Χάρα», «Ο Λουκάς», «Η Ξανθιά Κυρία», και πολλοί άλλοι, οι οποίοι αργότερα έγιναν σπουδαία τραγούδια.
Ο Ζαμπέτας ενθουσιάστηκε. Αν και οι περισσότεροι στίχοι είχαν ως κύριο θέμα τον θάνατο και το χάρο, αποτελούσαν πραγματικές ιστορίες με ουσία και νόημα.
Η έμπνευση του Άθα προερχόταν από τα ρεπορτάζ των εφημερίδων. Ως δημοσιογράφος, βίωνε σε καθημερινή βάση τη ζωή των ανθρώπων στη Νέα Υόρκη, σε όλες τις εκφάνσεις της.
Από τη ξεγνοιασιά, τη χαρά και την ευτυχία, μέχρι την αγωνία, την ανέχεια, την εγκατάλειψη και φυσικά το τέλος. Όλα αυτά τα στοιχεία τα συνδύαζε μεταξύ τους και τα σατίριζε μέσα από τη δική του ευαισθησία.
Με αυτόν τον τρόπο διαμόρφωνε τους στίχους των τραγουδιών. Κάπως έτσι, γράφτηκε και το τραγούδι «Τζακ Ο’ Χάρα», από τα θέματα δηλαδή που είχε διαβάσει σε εφημερίδες....

Ο αληθινός Τζακ Ο’ Χάρα Ο Τζακ ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Ήταν άπορος και κοιμόταν στα παγκάκια της Νέας Υόρκης.
Ζούσε από τις ελεημοσύνες που του έδιναν οι περαστικοί, ενώ κάθε φορά που του περίσσευαν κάποια κέρματα, συνήθιζε να τα χαλάει σε ποτό.
Δεν είχε συγγενείς, ήταν μόνος, χωρίς στον ήλιο μοίρα. Κάποιον βαρύ χειμώνα, που το χιόνι είχε καλύψει τα πάντα, ο Τζακ δεν άντεξε και πέθανε στο δρόμο.
Ο θάνατος του, όχι μόνο συγκλόνισε την κοινωνία, αλλά παράλληλα δημιούργησε και έντονο προβληματισμό.
Τι θα έκαναν έναν άνθρωπο που είχε πεθάνει και δεν είχε καθόλου χρήματα;
Κανένας δεν αναλάμβανε την ευθύνη του άτυχου άνδρα, με αποτέλεσμα να παραμείνει νεκρός στο χιόνι, μέχρι να βρεθεί λύση και να διευθετηθεί το ζήτημα....

Υ.Γ. Υλικό αντλήθηκε από τη Μηχανή του Χρόνου, αλλά και το βιβλίο "Μια ιστορία, ένα τραγούδι" του Ηρακλη Ευστρατιάδη (εκδόσεις TOUBI'S)

Κώστας Προβατάς

Read more...

ΤΟ ΠΑΠΑΚΙ - ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΣΙΜΟΣ

Ένα από τα πιο ευαίσθητα ελληνικά τραγούδια, έχει γραφτεί από έναν από τους πιο ευαίσθητους καλλιτέχνες. Για την ακρίβεια δεν είναι τραγούδι αλλά νανούρισμα. Αυτό, όμως, είναι μάλλον γνωστό για το συγκινητικό «έχω ένα παπάκι» του Νικόλα του Άσιμου.]

Αυτό που δεν είναι τόσο γνωστό είναι το ότι ηχογραφήθηκε... «μυστικά»! Το νανούρισμα, αυτό, λοιπόν, το τραγουδούσε ο Άσιμος στην κόρη του όταν την κοίμιζε στο θρυλικό υπόγειο της Αραχώβης 41 στα Εξάρχεια. Δεν είχε σκοπό να το ηχογραφήσει. Η Χάρις Αλεξίου ήταν αυτή που τον παρακάλεσε να το κάνει πρόβα στο στούντιο.

Ο Άσιμος δέχθηκε και ο ηχολήπτης άρχισε να το γράφει... διακριτικά. Ο Άσιμος μαγεύτηκε από την ερμηνεία της Αλεξίου, άνοιξε την πόρτα, μπήκε μέσα στον χώρο της ηχογράφησης και άρχισε να περπατάει πίσω από την Αλεξίου. Ξαφνικά άρχισε να την συνοδεύει, βουρκωμένος. Δακρυσμένη ήταν και η Χαρούλα Αλεξίου και με τον μαγικό αυτό τρόπο η «αυθαιρεσία» του ηχολήπτη πέρασε στην ιστορία ως ένα από τα πιο συγκινητικά ελληνικά τραγούδια.

Κώστας Προβατάς

Read more...

“Δραπετσώνα” (Μίκη Θεοδωράκη – Τάσου Λειβαδίτη) - Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Τη δεκαετία του ’50, η Ελλάδα προσπαθούσε να σταθεί ξανά όρθια και να μαζέψει τα κομμάτια της μετά τον πόλεμο και την Κατοχή που άφησαν πίσω τους βαθιές πληγές. Μπαίνοντας εκείνη του ’60, το είχε καταφέρει σε μεγάλο βαθμό κι όλα έδειχναν ότι χρόνο με το χρόνο τα πράγματα θα πήγαιναν όλο και καλύτερα, ώσπου το ρολόι σταμάτησε στο 1967…
Βεβαίως, ακόμη και πριν την έλευση της δικτατορίας η ελληνική κοινωνία ήταν γεμάτη προβλήματα. Η ανοικοδόμηση της χώρας σήμανε μεταξύ άλλων και την εμφάνιση των μεγάλων κι επιβλητικών πολυκατοικιών, οι οποίες ειδικότερα στην Αθήνα έκαναν την εμφάνισή τους με καταιγιστικό ρυθμό και φυσικά σε βάρος των μικρών σπιτιών που γίνονταν κομμάτια από τις «δαγκάνες» της μπουλντόζας.
Κάποιοι όμως δεν ήταν διατεθειμένοι να παραδώσουν τις μονοκατοικίες τους στον «εκμοντερνισμό» και τις «ανέσεις» της πολυκατοικίας. Έτσι, αντιστάθηκαν όπως και όσο μπορούσαν στη νέα «μόδα» αλλά το ποτάμι δε μπορούσε να γυρίσει πίσω.
Από τις σχετικές περιπτώσεις που έτυχαν μεγάλης δημοσιότητας, ήταν εκείνη της Δραπετσώνας το 1961. Η απόφαση της τότε κυβέρνησης να γκρεμίσει τα σπίτια και τα παραπήγματα της περιοχής ούτως ώστε να χτιστούν πολυκατοικίες, συνάντησε την έντονη αντίδραση των κατοίκων της και προκλήθηκε μεγάλη αναταραχή.
Σε καθημερινή βάση όλες οι εφημερίδες είχαν εκτενέστατα ρεπορτάζ για τις κινητοποιήσεις των πολιτών, το θέμα είχε πάρει οξύτατες διαστάσεις και τίποτε δεν έδειχνε ότι θα ολοκληρωνόταν σύντομα και ήρεμα. Κάθε φορά που οι μπουλντόζες πήγαιναν να γκρεμίσουν τα σπίτια, συναντούσαν μπροστά τους ένα ανθρώπινο τείχος από τους διαμένοντες στη Δραπετσώνα κι έτσι έφευγαν άπρακτες…

Εκείνη την εποχή, ο Γιάννης Θεοδωράκης -αδελφός του Μίκη- κάλυπτε τις εξελίξεις στην περιοχή ως ρεπόρτερ της εφημερίδας «Αυγή» και σε μια συζήτηση που είχε με τον συνθέτη, του πρότεινε να γράψει ένα τραγούδι για τα τεκταινόμενα εκεί, μήπως και ηρεμήσει κάπως η κατάσταση. Εκείνος συμφώνησε και του είπε ότι με την πρώτη ευκαιρία θα το προσπαθούσε…

Παραλίγο …ατύχημα

Κάποιο πρωί, ο Θεοδωράκης μπήκε στο αυτοκίνητό του και ξεκίνησε για τα στούντιο της Columbia όπου είχε ηχογράφηση. Την ώρα που οδηγούσε, εντελώς ξαφνικά ήλθε στο μυαλό του η μελωδία του τραγουδιού που επρόκειτο να γράψει για τη Δραπετσώνα και αμέσως φρέναρε καταμεσής της οδού Πατησίων με όλα τα οχήματα εν κινήσει, προκειμένου να γράψει τις νότες που εμπνεύστηκε σ’ ένα πακέτο τσιγάρων!
Ωστόσο με το απότομο φρενάρισμα, το αυτοκίνητο που τον ακολουθούσε ήταν μοιραίο να χτυπήσει από πίσω το δικό του. Ο οδηγός του άλλου οχήματος -όπως ήταν φυσικό- βγήκε έξαλλος για να ζητήσει εξηγήσεις από τον Θεοδωράκη αναφορικά με την -εντελώς παράτολμη κι επικίνδυνη- ενέργειά του. Εκείνος όμως ήταν τόσο αφοσιωμένος στο να …γράφει τη μουσική στο πακέτο του που ούτε καν του έδωσε σημασία!

Μετά το τέλος αυτής της περιπέτειας, ο συνθέτης έφτασε στο στούντιο κι αμέσως κάθισε στο πιάνο κι άρχισε να παίζει τη μελωδία για να μη την ξεχάσει. Στη συνέχεια, τηλεφώνησε στον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη και του ζήτησε να σπεύσει στην Columbia για ν’ ακούσει τη μουσική και να γράψει στίχους με θέμα τη Δραπετσώνα και τα προβλήματά της. Αφού έγινε κι αυτό, δύο ημέρες μετά ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης έμπαινε στο στούντιο για να ηχογραφήσει το τραγούδι με τη συνοδεία του μπουζουκιού και της δεύτερης φωνής του Μανώλη Χιώτη.
Η «Δραπετσώνα» κυκλοφόρησε σε δισκάκι 45 στροφών (“His master’s voice” – 2792) έχοντας στην άλλη πλευρά το επίσης πολύ μεγάλο τραγούδι «Μάνα μου και Παναγιά» επίσης σε στίχους του Λειβαδίτη, τα οποία σχεδόν ταυτόχρονα ηχογραφήθηκαν και με τη φωνή της Μαίρης Λίντα επίσης σε 45άρι (“His master’s voice” – 2793). Αμφότερα, εντάχθηκαν στον κύκλο τραγουδιών του Θεοδωράκη «Πολιτεία».

Φυσικά, είναι εντελώς περιττό να σχολιάσουμε την αξία, τη διαχρονικότητα και τη σημασία της «Δραπετσώνας» για τον ελληνικό πολιτισμό. Πρόκειται για μια από τις πιο γνωστές, αγαπημένες και χιλιοτραγουδισμένες δημιουργίες του συνθέτη, η οποία πρωταγωνιστεί και σήμερα στα γλέντια, στις χαρές και στις πίκρες των Ελλήνων. Άλλη μια αθάνατη κληρονομιά που μας αφήνουν οι μέγιστοι δημιουργοί Θεοδωράκης και Λειβαδίτης, αλλά και η δωρική, «ξύλινη» και μεγαλοπρεπής φωνή του επίσης μέγιστου Μπιθικώτση… (από blog του Τάσου Κριτσιώλη)

Υ.Γ. Και μην ξεχνάτε, κάθε Δευτέρα βράδυ στις 23.00 και για 2 ώρες στην "Οδός Ονείρων" μαζί οδηγούμε την Κιβωτό του Ελληνικού τραγουδιού, μόνο στον www.lavitaradio.gr

Κώστας Προβατάς

Read more...

"Όταν κοιτάς από ψηλά" τη ... Χούντα κι είσαι η Σώτια Τσώτου

Το έξοχο τραγούδι «Από το αεροπλάνο», σε μουσική του Κώστα Χατζή και στίχους της Σώτιας Τσώτου, είναι γραμμένο με αφορμή το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967 και τα όσα έζησε η εξαίρετη στιχουργός στο αεροδρόμιο του Ελληνικού.

Η Σώτια Τσώτου ήταν στα μέσα της δεκαετίας του 60 μια νεαρή ανερχόμενη δημοσιογράφος, που έκανε πολιτικό ρεπορτάζ για την εφημερίδα Ελευθερία. Η Εφημερίδα διέκοψε την κυκλοφορία της την 21η Απριλίου του 1967, την ίδια μέρα που έλαβε χώρα το στρατιωτικό πραξικόπημα. Η Σώτια Τσώτου με το κλείσιμο της εφημερίδας έμεινε άνεργη και σκέφτηκε να αναζητήσει δουλειά στη Θεσσαλονίκη, συγκεκριμένα στο συγκρότημα Βελλίδη, που εξέδιδε τις εφημερίδες Μακεδονία και Θεσσαλονίκη. Φτάνοντας στο αεροδρόμιο του Ελληνικού αντίκρισε έκπληκτη τη χούντα σε όλο της το μεγαλείο: στρατός, άρματα μάχης και μια πληθώρα ανθρώπων που ήλεγχαν εξονυχιστικά όλους όσους έφταναν εκεί για να ταξιδέψουν ή όσους επέστρεφαν. Η Σώτια Τσώτου τη στιγμή που έπαιρνε το δελτίο επιβιβάσεως συνελήφθη, υποβλήθηκε σε εξονυχιστικό έλεγχο και αυστηρότατη ανάκριση που κράτησε ώρες ολόκληρες. Φυσικά έχασε το αεροπλάνο.

Αφού τελείωσε το μαρτύριο της και δεν βρέθηκαν εις βάρος της ενοχοποιητικά στοιχεία, αφέθηκε ελεύθερη. Έπειτα από τόσες ώρες στο ανακριτικό γραφείο του αεροδρομίου, ταλαιπωρημένη, αηδιασμένη και φοβισμένη, επιβιβάστηκε στο επόμενο αεροπλάνο για την Θεσσαλονίκη. Όταν απογειώθηκε, κοίταξε από ψηλά και είδε πως είχαν καταντήσει την Ελλάδα του Ρίτσου, του Σεφέρη και του Ελύτη οι συνταγματάρχες. «Κοίταξε πως φαντάζουν από εδώ ψηλά» σκέφτηκε. «Μυρμήγκια. Μοιάζουν μυρμήγκια οι άνθρωποι». Και πράγματι, μυρμήγκια έμοιαζαν οι συνταγματάρχες και το καθεστώς τους από ψηλά.

Απο το βιβλίο του Ηρακλή Ευστρατιάδη "Ένα τραγούδι... μια ιστορία",

Κώστας Προβατάς

 

Read more...

Το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας

Δύο μερόνυχτα χρειάστηκαν για να γυριστεί η σκηνή της ταινίας “Ευδοκία” του Αλέξη Δαμιανού, με το περίφημο ζεϊμπέκικο.
Σε ένα ταβερνάκι της Κάτω Κηφισιάς, ένας νεαρός λοχίας (Γιώργος Κουτουζής), χορεύει για τα μάτια της Ευδοκίας ζεϊμπέκικο.
Ο ηθοποιός χορεύει το τραγούδι «η άτακτη» του Μάρκου Βαμβακάρη, επειδή ο σκηνοθέτης Αλέξης Δαμιανός δεν είχε βρει ακόμα ποιος θα συνέθετε τη μουσική για την ταινία του.
Ο ηθοποιός Χρήστος Ζορμπάς, που έπαιζε στην ταινία το νταβατζή της Ευδοκίας, του μίλησε για έναν νέο ταλαντούχο συνθέτη που θα το έκανε ευχαρίστως χωρίς να ενδιαφέρεται για παχυλή αμοιβή.
Αρχές του καλοκαιριού του 1971, ο Δαμιανός και ο Λοΐζος δίνουν τα χέρια και ο συνθέτης ξεκινά να γράφει τη μουσική για την ταινία.
Ο Μάνος, αρχικά έπαιξε τη μελωδία του θρυλικού ζεϊμπέκικου με τον παλιό ρεμπέτη Γιώργο Μουφλουζέλη και τον τζουρά του.
Τελικά στην ηχογράφηση πείθει το Θανάση Πολυκανδριώτη να παίξει και αυτός με ένα παλιό τζουρά και όχι με το μπουζούκι. Έτσι ο ήχος ήταν πιο οξύς και αυθεντικός.
Κάποια στιγμή, ο Λοΐζος ζήτησε από τον Λευτέρη Παπαδόπουλο να βάλει στίχους στο ζεϊμπέκικο. Ο Παπαδόπουλος απέδειξε πόσο μεγάλος στιχουργός ήταν, όταν αρνήθηκε να γράψει λόγια μαγεμένος από τη μελωδία. Οι στίχοι θα χαλούσαν το υπέροχο τραγούδι, είπε. Ο Μάνος πείστηκε και το ζεϊμπέκικο έφθασε στο κοινό μόνο με τις νότες που παρέσυραν στο ρυθμό τους τους πάντες.

Κώστας Προβατάς

Read more...

"ΙΣΩΣ ΦΤΑΙΝΕ ΤΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ"

Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως είναι το τραγούδι με τις περισσότερες επανεκτελέσεις της τελευταίας 20ετίας. Το ερμήνευσε πρώτη και καλύτερη η Ελένη Βιτάλη το 1990 και έπειτα ο Αντώνης Καλογιάννης, η Άλκηστις Πρωτοψάλτη, η Έλλη Πασπαλά, η Τάνια Τσανακλίδου, η Αναστασία Μουτσάτσου, ο Διονύσης Τσακνής…ίσως κι άλλοι που ξεχνώ τώρα!Η ίδια η Ελένη Βιτάλη το ηχογράφησε άλλες δυο φορές. Το 2000 στο ζωντανά ηχογραφημένο δίσκο της ιστορικής επανεμφάνισής της – ύστερα από απουσία επτά χρόνων – «Προσκήνιο» με δυο κιθάρες (Νότης Μαυρουδής και Παναγιώτης Μάργαρης) και στο live album «Ζωντανό Κύτταρο» (2009) με το σαντούρι της Αρετής Κετιμέ στην εισαγωγή να κάνει τη διαφορά…
Κάποτε είχε κυκλοφορήσει και μια συλλογή τραγουδιών με τίτλο «Ίσως φταίνε τα τραγούδια» αν θυμάμαι καλά, παραφράζοντας το γνωστό στίχο του Τάσου Σαμαρτζή…
Λέει λοιπόν ο Τάσος Σαμαρτζής στον Θεοδόση Βαφειάδη (2010, e-Orfeas.gr):
“Χειμώνας του ’90 , ήμουν τότε παραγωγός στην κρατική ραδιοφωνία με διευθυντή προγράμματος τον Νότη Μαυρουδή... έτσι γνωριστήκαμε. Κάποια στιγμή με ρώτησε αν ήθελα να συμμετάσχω σε μια πολυσυλλεκτική (από άποψη στιχουργών, αλλά και ερμηνευτών) δουλειά κι έτσι, να μην τα πολυλογούμε, συμφωνήσαμε να του παραδώσω στίχους για τέσσερα τραγούδια : «Στο Φαρ-Ουέστ της Ομονοίας» (Μανώλης Μητσιάς), «Της ζωής το σινεμά» (Αρλέτα) και «Αυτοί που αφιερώθηκαν» / «Ερωτικό» (Τάνια Τσανακλίδου).
Από τη στιγμή λοιπόν που ανταποκρίθηκα, το ξέχασα το θέμα εντελώς, αφού ποτέ μου δεν πήρα την ιδιότητα του στιχουργού πολύ στα σοβαρά... πέρασε ο καιρός, ώσπου ένα απόγευμα μου τηλεφωνεί ο Μαυρουδής : «Άκου να δεις», μου λέει ασθμαίνοντας, «...συνέβη κάτι και αποφασίσαμε να μην βάλουμε ένα από τα επιλεγμένα τραγούδια στο δίσκο! Το πρόβλημα είναι ότι βρισκόμαστε στο τέλος των ηχογραφήσεων και πρέπει να μου γράψεις κάτι καλό μέχρι αύριο... δεν υπάρχει χρόνος, με σώζεις !»
Για όποιον γνωρίζει ή μπορεί να υποψιασθεί αυτό μοιάζει με διαταγή αναστολής ζωής, αφού σου δένει ένας κόμπος το στομάχι και το μυαλό σου δε λέει να ξεκολλήσει... το ίδιο βράδυ όμως, είχα κανονισμένο ερωτικό ραντεβού με μία κυρία (εδώ ταιριάζει το κοινότοπο «η σάρκα αντιμάχεται το πνεύμα»)... κι έτσι τραβήξαμε σ’ ένα φτηνό ξενοδοχείο στις παρυφές των Εξαρχείων, διότι οι καιροί – απ’ όσο θυμάμαι - ήσαν πάντα δύσκολοι από οικονομική άποψη.
Τις ξέρετε τώρα τις γυναίκες: όταν ανάβεις το «μετά-τσιγάρο» και δε δίνεις την πρέπουσα προσοχή, αρχίζουνε οι γκρίνιες! Εγώ όμως, αντέδρασα αστραπιαία, ζητώντας της ένα μολύβι κι εκείνη μου έδωσε αυτό που διέθετε τέλος πάντων... ένα μολύβι ματιών! Έσπευσα λοιπόν στη τουαλέτα για απομόνωση, κατέβασα το γνωστό καπάκι κι εκεί, με ένα μολύβι ματιών κι ένα μακρόστενο χαρτί από τον «Άσσο σκέτο» που κάπνιζα τότε, έγραψα :

«Μεσ’ το φτηνό ξενοδοχείο
και στα σεντόνια των πολλών
Μεσ’ σε καθρέφτες δίχως μνήμη,
θα ξεκινήσουμε λοιπόν...
Γλιστρούν τα όνειρα στον ύπνο
όπως τα τρένα στο σταθμό
και στην ανάσα σου γυρεύω
κάποιο αρχαίο σκηνικό...»

«Μια αχτίδα φως περνά τις γρίλιες
και σβήνει αυτά που γίναν χθες
πως μπλέκουν λέω οι ιστορίες
και των ανθρώπων οι τροχιές...
Μεσ’ στο φτηνό ξενοδοχείο
και στα σεντόνια των πολλών
μεσ’ σε καθρέφτες δίχως μνήμη,
θα τελειώσουμε λοιπόν...»

Λίγες ώρες αργότερα - σχεδόν ξημερώματα - τα κουπλέ αυτά συνάντησαν το ρεφρέν που τους ταίριαζε, το οποίο είχα γράψει μια δεκαετία πιο πριν (αφού το «πείραξα» λίγο, για να γίνει «θηλυκό»):

«Ίσως φταίνε τα φεγγάρια
που 'μαι τόσο μοναχή -
νιώθω πως γερνώ τα βράδια
και χρωστάω στη ζωή...
Ίσως φταίνε τα φεγγάρια
και πολλοί με λεν τρελή -
που όλο ψάχνω στα σκοτάδια
μήπως κάτι και συμβεί...
Ίσως φταίνε τα φεγγάρια -
ίσως πάλι φταις κι εσύ...»

To μεσημέρι μίλησα με το Νότη και του υπαγόρευσα τον στίχο... δεν είπε κουβέντα κι αυτή τη σιγή δεν ήξερα πως να την ερμηνεύσω. Δεν πρόλαβαν όμως να περάσουν ούτε δυο ώρες και με παίρνει για να μου τραγουδήσει – από το τηλέφωνο - το τραγούδι... αυτό κι αν είναι βάσανο, καθότι ο μαέστρος είναι μεγάλος μελωδός, συνθέτης και κιθαρίστας, αλλά από φωνή...
Ομολογώ πως δεν κατάλαβα πολλά πράγματα και του το είπα! Αργότερα, το απογευματάκι πήγα από το σπίτι του και το άκουσα ζωντανά...θυμάμαι που περάσαμε κάποιες στιγμές μεσ’ στη σιωπή, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο... «νομίζω ότι είναι σπουδαίο», τόλμησα να πω, «...έτσι είναι» απάντησε χαμηλόφωνα. Είναι κάποιες στιγμές που ξέρεις τι ακριβώς έχει συμβεί!”

 

Κώστας Προβατάς

Read more...

"ΠΡΙΓΚΗΠΕΣΑ" του Σωκράτη Μάλαμα

«Πριγκιπέσα» το τραγούδι που έγραψε ο Σωκράτης Μάλαμας σε λίγα λεπτά για να το κάνει δώρο γενεθλίων στη φίλη του επειδή δεν είχε καθόλου λεφτά.
Ήταν η μέλλουσα σύζυγός του...

Το τραγούδι «Πριγκιπέσα», σε στίχους – μουσική άλλα και πρώτη ερμηνεία του Σωκράτη Μάλαμα, αποτελεί ένα από τα πιο αγαπημένα τραγούδια του ελληνικού πενταγράμμου.
Κυκλοφόρησε το 2000 με τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου «Ο Φύλακας και ο Βασιλιάς».

Συνήθως, πίσω από ένα τραγούδι αγάπης κρύβεται και μια ιστορία.
Η «Πριγκιπέσα» δεν αποτελεί εξαίρεση.

 mg 3058 0

Είναι πρόσωπο υπαρκτό και αγαπημένο για τον καλλιτέχνη, ο οποίος προσέφερε ως δώρο γενεθλίων το τραγούδι σε μια κοπέλα που έμελλε να τον σημαδέψει.

Σε μια συνέντευξη που παραχώρησε ο Μάλαμας στο ΒΗΜΑgazino και τον Μάκη Προβατά, αποκάλυψε το πως εμπνεύστηκε το τραγούδι.
Στην ερώτηση του δημοσιογράφου εάν έχει κρίνει βιαστικά κάποιο από τα τραγούδια του, απάντησε:
- «Κατά μια έννοια, έτσι έγινε με την “Πριγκιπέσα”. Την έγραψα ως δώρο γενεθλίων σε μια γυναίκα, επειδή δεν είχα λεφτά να της πάρω κάτι.
Μαγείρευε να φάμε φακές, που ήταν ό,τι είχε απομείνει, και ενώ την έβλεπα σκέφτηκα: “Αυτό αξίζει τον κόπο τώρα να το τραγουδήσει κάποιος, να το βγάλει προς τα έξω”. Το έγραψα και το έπαιξα κατευθείαν, χωρίς να μεσολαβήσει καθόλου χρόνος. Όταν το έπαιξα λύθηκα στα γέλια, το θεώρησα τόσο αστείο. Η φίλη μου, η οποία δεν είχε καμία σχέση με τη μουσική, άφησε κάτω τις κουτάλες και μου είπε: “Πότε το έγραψες αυτό το τραγούδι; Το ξέρεις ότι είναι πάρα πολύ καλό; Απορώ γιατί γελάς”».

- Συγγνώμη, αλλά έπειτα από αυτό το δώρο δεν άλλαξε η σχέση σου με αυτήν τη γυναίκα;
- «Την παντρεύτηκα».



Για τον www.lavitaradio.gr

Κώστας Προβατάς


Read more...
Subscribe to this RSS feed